Muzik Kutusu << Geri Dön

Πολιτικού Μηχανικού και ερασιτέχνη μουσικού- Μuammer Ketencoglu

Τριαντάφυλλοs Σφυρήs


O Μuammer Ketencoglu όπως τον γνώρισα και τον έζησα

Του Τριαντάφυλλου Σφυρή,

 Πολιτικού Μηχανικού και ερασιτέχνη μουσικού

Α.  Η συνάντηση
 Σάββατο απόγευμα  14 Νοεμβρίου 1998. Μαζί  με τον Άγγελο και τον Σαμή ψάχνουμε να βρούμε τον αριθμό 54 στην οδό Baskurt. Εκεί βρίσκεται το Εργαστήρι Μουσικής του Tugay, ενός καινούργιου φίλου μουσικού, που μόλις είχα  γνωρίσει το πρωί της ίδια μέρας στο Πολιτιστικό Κέντρο Borusan της Κωνσταντινούπολης.

Είχα έρθει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να συναντήσω ένα  εξαίρετο μουσικό της folk-jazz με διεθνή καριέρα -τον οποίο θαυμάζω- τον Okay Temiz. Είχαμε φτάσει μια παρέα 10 φίλων από την Ξάνθη τη  προηγούμενη μέρα και θα μέναμε μέχρι την Κυριακή το μεσημέρι. Προηγουμένως είχα επικοινωνήσει με τον Okay Temiz και συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε στο Πολιτιστικό Κέντρο Borusan, όπου θα παρέδιδε ένα σεμινάριο κρουστών οργάνων.

Το Κέντρο Boruzan, ένα σύγχρονο πολυώροφο κτίριο, βρίσκεται στο τέλος της λεωφόρου Istiklal, που είναι ένας διατηρητέος πεζόδρομος, ο οποίος αρχίζει από την πλατεία Taksim και τελειώνει στον Πύργο του Γαλατά, με θαυμάσια νεοκλασικά κτίρια σε όλο το μήκος του και από τις δύο πλευρές. Όταν έφτασα στο Πολιτιστικό Κέντρο, ένας ευγενικός νεαρός με οδήγησε στην αίθουσα όπου γινόταν το σεμινάριο. Ο Okay Temiz με κάλεσε μέσα και με σύστησε στους συμμετέχοντες στο σεμινάριο, γύρω στα 20 άτομα.  Μου έκανε εντύπωση η έκπληξή τους, όταν τους είπε ότι ήρθα στην Κωνσταντινούπολη μόνο για το Σαββατοκύριακο. Άρχισαν να με ρωτούν πως γίνεται αυτό και τους εξήγησα ότι η Ξάνθη δεν απέχει παρά μόνο 400 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη, και ότι η όλη διαδρομή μαζί με τις καθυστερήσεις στα σύνορα δεν παίρνει παραπάνω από 6 ώρες.

Μετά το τέλος του σεμιναρίου με πλησίασε ένας από τους συμμετέχοντες και μου είπε, ότι έχει ένα μικρό στούντιο και  ότι το  απόγευμα θα συγκεντρωθούν εκεί κάποιοι φίλοι του μουσικοί για να παίξουν όλοι μαζί, και αν θέλω να πάω να τους βρω. Μου έδωσε το τηλέφωνο και την διεύθυνσή του. Αυτός ήταν ο Tugay.

Διαβαίνοντας την οδό Baskurt, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην περιοχή Taksim, το πιο κεντρικό μέρος  της Κωνσταντινούπολης, ο Σαμή που ήξερε καλά την Πόλη  μας είπε ότι στην περιοχή αυτή μένουν όλο καλλιτέχνες και διανοούμενοι, δηλ. κάτι σαν την Μονμάρτη στο Παρίσι. Στον αριθμό 54 της οδού  βρίσκονταν ένα διώροφο σπίτι χτισμένο τις αρχές του  αιώνα. Από μέσα ακουγόταν μουσική και ιδιαίτερα ο ήχος από ακκορντεόν.

«Λες να είναι μέσα και ο  Muammer;» έκανε με λαχτάρα ο Σαμή.

«Ποιος είναι ο Muammer;»  τον ρώτησα.

« Δεν ξέρεις τον Muammer; Είναι ο καλλίτερος ακκορντεονίστας στην Τουρκία. Αν είσαι τυχερός θα τον γνωρίσεις» μου απάντησε ο Σαμή.

Χτυπήσαμε και μας άνοιξε ο Tugay. Μας καλωσόρισε με εμφανή χαρά που μας ξαναείδε και μας  πέρασε στο δωμάτιο, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι φίλοι του και έπαιζαν μουσική. Μας κάθισε σε μία άκρη και περίμενε να τελειώσουν. Έπαιζαν ένα δημοτικό  τραγούδι που το παίζουμε και εμείς : την ‘’Μπουρνοβαλιά’’.  Ο Άγγελος, που είχε μαζί του το ούτι του, δεν κρατήθηκε. Το έβγαλε από την θήκη και μπήκε και αυτός στην παρέα.   Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Tugay μας παρουσίασε  στους φίλους του και τότε πρόσεξα ότι αυτός που έπαιζε το ακκορντεόν ήταν τυφλός.

Αμέσως μετά τις συστάσεις ο ακκορντεονίστας άρχισε να παίζει ένα ελληνικό ρεμπέτικο και να το τραγουδάει με πολύ πάθος. Η προφορά του δεν είχε τίποτα κοινό  με  τα ‘’σπασμένα’’ ελληνικά που συνήθως μιλούν οι τούρκοι, χρησιμοποιώντας το ‘ντ’ αντί για το ‘δ’ και το ‘τ’ αντί για το ‘θ’, φθόγγους που δεν έχουν στην γλώσσα τους.  Ακούγοντάς τον φαντάστηκα, ότι θα ήταν κάποιος έλληνας της Πόλης ή κάποιος που ξέρει πολύ καλά τα ελληνικά. Οι υπόλοιποι είχαν  σταματήσει και τον άκουγαν.  Όταν τελείωσε το τραγούδι και προφανώς για να  ευχαριστήσει εμάς τους καλεσμένους,  άρχισε να παίζει ένα άλλο  ρεμπέτικο. Ο Tugay με οδήγησε στο πιάνο για να  συνοδέψω. Δεν ήξερα το τραγούδι και θυμάμαι πόσο  ντράπηκα γι’ αυτό,  όταν έγινε φανερό στους παραβρισκόμενους  από την προσπάθειά μου να τον ακολουθήσω χωρίς επιτυχία. Ο ακκορντεονίστας το κατάλαβε και γι΄ αυτό αποφάσισε  να παίξει κάποιο άλλο ποιο γνωστό.

«Do you know the song ‘’Κρυφό τον έχω τον καημό;’’» με ρώτησε στα αγγλικά αλλά  προφέροντας τέλεια στα ελληνικά τον τίτλο του τραγουδιού!

«No, I  don’t  know this song», απάντησα. Περιττό να  πω ότι είχα αρχίσει να γίνομαι ρεζίλι.

«It is a song from Γιώργος Κάβουρας. Do you know Γιώργος Κάβουρας;» ξαναείπε.

Εκείνη την στιγμή ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

«No, I don’t know», απάντησα ξανά.

«Don’t   you know a song from Μάρκος Βαμβακάρης that says ‘’Που ‘σαι καημένε Κάβουρα;»

Ευτυχώς εδώ πήρα τα πάνω μου.

«Yes, of course», απάντησα με ανακούφιση.

«Μάρκος wrote this song for Γιώργο Κάβουρα», συμπλήρωσε και με άφησε άφωνο για τις γνώσεις του πάνω στο ‘’δικό μας’’ ρεμπέτικο τραγούδι.

Φυσικά  μετά από τον διάλογο αυτό κατάλαβε ότι δεν τα πάω και πολύ καλά με το ρεμπέτικο και άλλαξε ρεπερτόριο.

«Let’s play Ταξίδι στα Κύθηρα», μου είπε.

Βρέθηκα στο στοιχείο μου. Ακολούθησαν και άλλα τραγούδια του Λοίζου, του Χατζηδάκι, του Θεοδωράκη.... Το ρεπερτόριό του ήταν ανεξάντλητο. Όπως και το πάθος του. Όταν κάποτε σταμάτησε  με πλησίασε, μου έπιασε το χέρι  και μου συστήθηκε: Muammer Ketencoglu. Έτσι έγινε η γνωριμία μας.

Από τότε δεν συναντηθήκαμε ξανά. Πάνω που σχεδίαζα να πάω στην Πόλη την άνοιξη, με πρόλαβαν τα γεγονότα με την υπόθεση Οτσαλάν, που δημιούργησαν άσχημο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών και δίστασα να κάνω το ταξίδι εκείνο.

Β.  Από το βιογραφικό του
Γεννημένος στο Tire της Σμύρνης, το 1964, o Muammer Ketencoglu άρχισε τις πρώτες μουσικές του σπουδές σε σχολείο για τυφλούς κατά της διάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του. Από νωρίς κατάλαβε, ότι από όλα τα μουσικά όργανα το ακκορντεόν ήταν αυτό που έπαιζε με μεγαλύτερο πάθος και βαθύτερη ικανοποίηση. Έκανε λαϊκή μουσική μέχρι το 1986. Κατά την διάρκεια της φοίτησης στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου, στο οποίο εισήχθη το 1983, προσελκύστηκε από την παραδοσιακή μουσική των διαφόρων λαών του κόσμου. Αν και αρχικά συγκέντρωσε την προσοχή του στην σύγχρονη Ελληνική μουσική (λαϊκή) και στα ρεμπέτικα, η αγάπη του για την μουσική των άλλων λαών, το οδήγησε στην ανακάλυψη της μουσικής των Βαλκανίων.

Το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ, μια παραγωγή της Kamal Music, που ονομάστηκε “Sevdali Kiyilar-Latremmena Akroyalia” και καλύπτει παλιά και καινούρια Ελληνικά τραγούδια, κυκλοφόρησε το 1993. Ετοίμασε δύο συλλογές με ρεμπέτικα τραγούδια, το Rebetiko I και II, που κυκλοφόρησαν το 1994 και 1996.

Από το 1993 έχει οργανώσει συναυλίες γνωστές ως “Τα επτά χρώματα της γης”, που γίνονται κάθε χρόνο με νέο ρεπερτόριο από παραδοσιακά τραγούδια.

Έχει συνοδεύσει μεγάλο αριθμό μουσικών στην Τουρκία. Εκτός αυτού έχει δώσει πολλά ρεσιτάλ τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Πήρε μέρος σε συναυλίες με την Penka Pavlova στην Βουλγαρία και τον Μίκη Θεοδωράκη στην Ελλάδα.

Γ. Η παραμονή του  στην  Ξάνθη και η συναυλία που έδωσε
    Όταν  καταρτιζόταν το φετινό πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τις γιορτές της παλιάς πόλης -στο οποίο συμμετέχει  κάθε χρόνο και  το σχήμα μας ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ-, συζήτησα με την κ. Αριστέα Αλατά της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Ξάνθης που διοργανώνει τις εκδηλώσεις αν θα μπορούσαμε να εντάξουμε στο πρόγραμμα ένα ρεσιτάλ του Muammer. Εξ άλλου ο Muammer δεν είχε απαιτήσεις πέρα από τα έξοδα των μετακινήσεών του. Την φιλοξενία και τα υπόλοιπα έξοδα παραμονής του θα τα αναλαμβάναμε εγώ και κάποιοι άλλοι φίλοι. Η κ. Αλατά βρήκε καλή την ιδέα και  εντάχθηκε η συναυλία του για την Τετάρτη 1/9/99.

Έτσι ο  Muammer βρέθηκε στην Ξάνθη από την Κυριακή  29/8 μέχρι την επόμενη Κυριακή. Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά και συναναστραφήκαμε μαζί του στο μικρό αυτό διάστημα, αλλά και όπως μας αποκαλύφτηκε μέσα από τις συνεντεύξεις που παραχώρησε στις εφημερίδες ‘Αγγελιοφόρος’ της Θεσσαλονίκης, ‘Θράκη’ της Ξάνθης και ‘Παρατηρητής’ της Κομοτηνής,  εντυπωσιαστήκαμε από την ευγενική προσωπικότητά του αλλά και από το πάθος του γι’ αυτό που κάνει. Ακόμη μας έκανε φοβερή εντύπωση που δεν υπήρχε ελληνικό τραγούδι που να μην το ξέρει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά   το βράδυ που καθίσαμε στο στέκι των ‘‘ΣΠΑΡΤΑΚΩΝ’’. Όση ώρα  απολάμβανε  την εξαιρετική κομπανία των νεαρών -άλλωστε ήταν στο στοιχείο του, το ρεμπέτικο-  σιγοτραγουδούσε στο τραπέζι  όλα τα τραγούδια που έπαιζαν. Στο τέλος φυσικά δεν άντεξε και ανέβηκε στην μικρή εξέδρα όπου έπαιζε η κομπανία. Ζήτησε το ακκορντεόν και έπαιξε και τραγούδησε μαζί τους δύο τραγούδια. Όπως επίσης θυμάμαι το βράδυ του Σαββάτου μπροστά στη  ΦΕΞ, που έπαιξε  για λίγο με την παραδοσιακή ορχήστρα των Παζαρέντζηδων από την Νάουσα και εκτέλεσε περίφημα τους σκοπούς της Μακεδονίας που έπαιζαν.

Περισσότερο όμως μας συγκίνησε η προσπάθειά του να φέρει μέσα από την μουσική  τους δυο γειτονικούς λαούς πιο κοντά. Χαρακτηριστική ήταν η φράση με την οποία τελείωσε τον πρόλογό του στην συναυλία: ‘’όταν τα τραγούδια σας γίνουν τραγούδια μας και όταν τα τραγούδια μας γίνουν τραγούδια σας, τότε όλα θα είναι πιο όμορφα’’.

Η Συναυλία του αποτελούνταν από 3 ενότητες. Στην πρώτη έπαιξε και τραγούδησε συνθέσεις σύγχρονων ελλήνων συνθετών. Η δεύτερη ενότητα  ήταν αφιερωμένη στην μεγάλη του αγάπη, όπως είπε, στο ρεμπέτικο. Έπαιξε γνωστά αλλά και παλιά ξεχασμένα  ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία τραγούδησε με πολύ πάθος και εκφραστικότητα. Η συναυλία τελείωσε με σκοπούς από τις βαλκανικές χώρες (Βουλγαρία, Τουρκία, Ρουμανία, Σκόπια, Σερβία,  Ελλάδα).

Για μας τους μουσικούς που τον συνοδέψαμε (εγώ στο πιάνο, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος και ο Γιώργος Κουντουράς στο μπουζούκι, ο Βαγγέλης Δωρόπουλος στην γκάϊντα και ο Γιάννης Καναργιέλης στο νταούλι) ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία, για την οποία τον ευχαριστούμε βαθιά.

Ο Muammer μας αποχαιρέτησε την Κυριακή 5/8 παίρνοντας μαζί του, όπως μας είπε,  τις καλλίτερες εντυπώσεις από την εδώ παραμονή του  και δίνοντάς μας την υπόσχεση ότι όποτε τον ξανακαλέσουμε θα είναι κοντά μας. Ελπίζουμε όλα να πάνε καλά και τον χειμώνα να μπορέσει να πραγματοποιηθεί ακόμη μια συναυλία του σε μεγαλύτερο χώρο, ώστε να δοθεί η ευκαιρία να τον απολαύσουν πολλοί περισσότεροι συμπολίτες μας.

Φίλε Muammer, σ’  ευχαριστούμε από καρδιάς για τις ευχάριστες αναμνήσεις που μας άφησε η εδώ παρουσία σου και για το όμορφο βράδυ που μας πρόσφερες.